Διήγηση περικοπής

Ο Ιησούς Χριστός πορεύεται στις περιοχές Τύρου και Σιδώνος. Μια ταλαιπωρημένη Χαναναία γυναίκα δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον να γνωρίσει τον Κύριο, για τον οποίο φαίνεται να είχε ακούσει πολλά. Γνώριζε δηλαδή για τις θεραπευτικές ικανότητες του Χριστού και ήδη μέσα στην καρδιά της άρχισε να υπάρχει η βαθιά πίστη για το πρόσωπό του. Έχοντας λοιπόν αυτή την πίστη και τη βεβαιότητα ότι ο Χριστός είναι ο Μεσσίας ζητά το έλεός του, «ελέησόν με, Κύριε, υιέ Δαβίδ• ή θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται». Ζητά το έλεός του και τη χάρη του, ώστε να θεραπευτεί η θυγατέρα της, η οποία κατεχόταν από δαιμονικό πνεύμα. Ο Κύριος στην αρχή δε δίνει σημασία στις παρακλήσεις της Χαναναίας. Δεν της απαντάει καθόλου, εκείνη όμως εξακολουθεί να φωνάζει: «ελέησε με, Κύριε, υιέ του Δαβίδ». Ο Κύριος για να δοκιμάσει ακόμα περισσότερο την πίστη της γυναίκας της λέγει: Δεν είναι σωστό να πάρω το ψωμί, που είναι για τα παιδιά, δηλαδή για τους Ισραηλίτες, και να το δώσω στους εθνικούς, δηλαδή στους ειδωλολάτρες». Τότε η Χαναναία γυναίκα αποκαλύπτει το μεγαλείο της πίστης της, απαντώντας στον Κύριο: «Έχεις δίκαιο, Κύριε, του λέγει. Όμως και τα σκυλάκια, που είμαστε εμείς οι εθνικοί – ειδωλολάτρες, τρώνε από τα ψίχουλα, που πέφτουν από το τραπέζι των κυρίων τους». Τότε ο Χριστός επιβραβεύει την ακλόνητη πίστη της, γι’ αυτό και της λέγει μπροστά σ’ όλους: «Γυναίκα, είναι πολύ μεγάλη η πίστη σου. Ας γίνει όπως εσύ θέλεις». Και αμέσως συντελέστηκε το θαύμα και θεραπεύτηκε η άρρωστη θυγατέρα της, που εκείνη την ώρα βρισκόταν στο σπίτι της.

Πίστη

footer


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ