gennadios

 

Το 1822 εις την Ιεράν Μονήν Κοιμήσεως Θεοτόκου Μετεώρων ο μακαρίτης επίσκοπος Πατρών Νικηφόρος Καλογεράς μεταξύ των άλλων εύρε και πολύτιμον χειρόγραφον περιέχον την εξομολόγησιν του Γενναδίου , του πρώτου μετά την άλωσιν πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.

Ο Γεννάδιος, ζήσας τα προ και μετά την άλωσιν δραματικά γεγονότα, εγνώριζεν όσον ολίγοι την ηθικήν και θρησκευτικήν κατάστασιν των χρόνων εκείνων και εν τη εξομολογήσει του, ως άλλος Ιερεμίας, θρηνών επί των ερειπίων της πόλεως, ο πατριώτης ιεράρχης λέγει τα εξής :

« Κύριε !… Πανταχού διεσπάρημεν. Όνειδος προκείμεθα ου γείτοσι μόνον, αλλά και πάσιν ανθρώποις. Μυκτηρισμός και χλευασμός τοις κύκλω ημών εγενόμεθα. Παράδειγμα συμφοράς εις τον ανθρώπινον κατέστημεν βίον. Και ίνα τι , Κύριε, ταύτα συνεχώρησας εφ’ ημίν ;


Ίνα τι ο θυμός σου εφ’ ημάς εξεκαύθη ; …Διεφθάρημεν και εβδελύχθημεν εν τοις ημών επιτηδεύμασι. Πάντες εξεκλίναμεν , άμα ηχρειώθημεν. Ταις εορταις σου ητιμάσαμεν. Της δόξης σου κατεφρονήσαμεν. Τα σώματα ημών τοις πάθεσιν εξεδώκαμεν. Τας ψυχάς ημών τοις σώμασιν προσηλώσαμεν.

Αι δεξιαί ημών δεξιαί αδικίας εγένοντο. Αι γλώσσαι ημών εβλασφήμησαν κατά των αγίων σου. Χείλη ημών δόλια εν τη καρδία και εν καρδία ελάλησαν κακά. Μάταια ελάλησεν έκαστος προς τον πλησίον αυτού. Ωμνύομεν τοις πλησίον ημίν και ηθετούμεν. Το αργύριον ημών επί τόκω παρείχομεν και επ’ αθώων ελαμβάνομεν δώρα. Δικαιοσύνην και κρίσιν εβδελυξάμεθα. Οι ζυγοί ημών άνισοι. Το αργύριον ημών αδόκιμον.

 

Έκαστος την κακίαν του πλησίον αυτού ελογιζόμεθα εν ταις καρδίαις ημών. Οι ποιμένες ηπατώμεν τον λαόν του Θεού και τας τρίβους αυτού εταράττομεν και εν αρετής σχήματι πονηρίαν εδιδάσκομεν. Οι άρχοντες ηπειθούμεν τοις νόμοις σου, κοινωνοί κλεπτών, αγαπώντες δώρα, διώκοντες ανταπόδομα, ορφανοίς ου κρίνοντες και κρίσιν χηρών ου προσέχοντες.Απλώς ειπείν παρασυνεβλήθημεν τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθημεν αυτοίς.

Συ δε , Κύριε, εμακροθύμεις, ηνείχου, έμενες, ίνα ποιήσωμεν οψέ σταφυλήν, και ημείς αεί εποιούμεν ακάνθας ….Έσειες την γην, και ετρυφώμεν. Ηπείλεις και ουκ εφροντίζομεν. Εδίδασκες, και ουκ εβουλόμεθα συνιέναι του αγαθύναι. Εκέλευες μετανοείν, και ου προσείχομεν , ουδ’ επολιτευόμεθα , καθώς ενετείλω ημίν , ίνα ευ ημίν γένηται , αλλ’ εν τω βάθει των πειρασμών και της απειλής της εγκαταλείψεώς σου τοις λειψάνοις της αναιδείας ημών επεξήλθομεν , καθώς εποιήσαμεν βουλήν και ου δια Κυρίου. Και δια τούτο τοις κρημνοίς της αβουλίας περιεπέσαμεν.

Ομολογούμεν ταύτα , Θεέ , Βασιλεύ ουράνιε. Ουκ αρνούμεθα. Ομολογούμεν ,ότι εγενόμεθα σοι εις πλησμονήν, και δια τούτο ουκέτι αφήκας τας αμαρτίας ημών. Και ότε τας χείρας ημών εξετείνομεν προς σε, απέστρεφες τους οφθαλμούς σου αφ’ ημών…Πως αν εδέξω χείρας αίματος πλήρεις ;

Πως αν ήκουσας χειλέων βλασφημούντων ομού και αινούντων σε ; Πως έμελλες φείδεσθαι της τοσαύτης ανελπίστου και αμετανοήτου πωρώσεως ; Ουκούν ευλογητός ει, Κύριε ο Θεός ημών, και δεδοξασμένον το όνομά σου εις τους αιώνας. Δίκαιος ει επί πάσιν οις εποίησας ημίν, εν αληθινή κρίσει εποίησας. »

footer


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ