AlexandrosPapadiamantis1..αναπαύσου, κυρ-Αλέξανδρε, από τους κόπους της σκληρής, αλλά γεμάτης προσφορά ζωής σου. Το έργο σου μας στηρίζει και μας εμπνέει για τα ωραία και τα υψηλά, όσα δεν “μαυρίζουν” από τις δυσκολίες του κόσμου αυτού.Παντοτινά ευγνώμονες σε εσένα που εν ζωή δεν ευτύχησες να δεις ούτε ένα έργο σου τυπωμένο σε βιβλίο. “ουδείς προφήτης δεκτός εν τη πατρίδι αυτού…”“Άμα λείψω απ’ αυτόν τον κόσμον, τότε θα καταλάβουν πόσον χρήσιμος είμαι”, έλεγες…

Αν για κάποιον συγγραφέα τα έργα του καθορίζουν την θέση του στην αιωνιότητα, νομίζω πως η δική σου συνεχώς θα βελτιώνεται…

Σε ευχαριστούμε, ο Θεός να αναπαύει την ψυχή σου.

 

Για τον θάνατό του…

Ο δε θάνατός του συνέβη ως εξής: Ησθένησε την 29ην Νοεμβρίου του 1910. Την τρίτην ημέραν της ασθενείας του ελιποθύμισε. Όταν δε συνήλθε, “Τι μου συνέβη;” είπε, “Δεν είναι τίποτε/ μια λιποθυμία μικρά” του είπον αι περιστοιχίζουσαι αυτόν τρεις αδελφαί του. “Τόσα έτη”, λέγει ο Αλέξανδρος, “εγώ δεν ελιποθύμισα/ δεν εννοείτε ότι αυτά είναι προοίμια του θανάτου μου; Φέρετε αμέσως τον παπά και μην αναβάλλετε”.
Εθρήνουν τότε αι αδελφαί του, ο δε Παπαδιαμάντης βλέπων αυτάς και συλλογιζόμενος ότι εάν αποθάνη δεν έχουσιν άλλον βοηθόν και συντηρητήν, ταις απέτεινε τους εξής παρηγόρους λόγους: “Έχω καλούς φίλους, οι οποίοι θα εκδώσουν τα έργα μου/ ησυχάσατε φιλόστόργές μου αδελφές”.
Μετ’ ολίγον κληθέντες ήλθον συγχρόνως και ο ιερεύς και ο ιατρός. Ο Παπαδιαμάντης προ πάντων ήτο χριστιανός και χριστιανός ευσεβής, Μόλις λοιπόν είδε τον ιατρόν, είπε εις αυτόν/ “Τι θέλεις εσύ εδώ;” “Ήρθα να σε ιδώ” του λέγει ο ιατρός. “Να ησυχάσης” του λέγει ο ασθενής “εγώ θα κάμω πρώτα τα εκκλησιαστικά (δηλ. θα επικαλεσθώ την βοήθειαν του Θεού) και ύστερα ναρθής εσύ”.
– “Ήθελα να κάμω το παλληκάρι” έλεγε κατά το διάστημα της ασθενείας του “αλλά την έπαθα”. – “Άμα λείψω απ’ αυτόν τον κόσμον, τότε θα καταλάβουν πόσον χρήσιμος είμαι”, έλεγε κατά τας προ του θανάτου του ημέρας. Είχε σώας τα φρένας του μέχρι τέλους και επεθύμει να συγγράψη διήγημά τι.
Ο νους του μέχρι της τελευταίας του αναπνοής ήτο αφιερωμένος εις τον Θεόν. Μόνος του ολίγας ώρας πριν αποθάνη έστειλε να κληθή ο ιερεύς δια να κοινωνήση. “Ξεύρεις! μήπως αργότερα δεν καταπίνω!” έλεγε.
– Ήτο παραμονή του θανάτου του και ως τις ειρωνεία του ανηγγέλη η απονομή της παρασημοφορίας του δια του Σταυρού του Σωτήρος.
– Την εσπέραν της 2ας Ιανουαρίου, παραμονήν του θανάτου του, “Ανάψτε ένα κηρί”, είπε, “φέρτε μου ένα βιβλίο” (Σημ. δηλ. εκκλησιαστικόν βιβλίον). Το κηρίον ηνάφθη. Επρόκειτο δε να έλθη και το βιβλίον. Αλλά πάλιν αποκαμών ο Παπαδιαμάντης είπε/ “Αφήστε το βιβλίο/ απόψε θα ειπώ, όσα ενθυμούμαι απ’ όξω”. Και ήρχισε ψάλλων τρεμουλιαστά “Την χείρα σου την αψαμένην” (Σημ. Είναι τούτον τροπάριον εκ των Ωρών της παραμονής των Φώτων). Αυτό ήτο και το τελευταίον ψάλσιμον του Παπαδιαμάντη, διότι την ιδίαν νύκτα κατά την 2αν μετά το μεσονύκτιον ώραν εξημέρωνε η 3η Ιανουαρίου παρέδωκεν την ψυχήν εις χείρας του Πλάστου.

 

πηγή

footer


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ