(Σκοπός: Νά γίνει κατανοητό ὅτι: 1) ἡ ἁμαρτία μᾶς χωρίζει ἀπό τό Θεό καί μᾶς ὁδηγεῖ στόν ψυχικό θάνατο, 2) ἡ μετάνοια καί ἡ ἐπιστροφή εἶναι μονόδρομος γιά τήν σωτηρία μας, 3) ὁ Θεός συγχωρεῖ αὐτόν πού εἰλικρινά μετανοεῖ καί τόν δέχεται μέ χαρά καί στοργή).

 

Α´.  Μικρή εἰσαγωγή

῎Εχουν πεῖ, παιδιά, μεγάλοι μελετητές ὅτι σέ καμμία βιβλιοθήκη τοῦ κόσμου, σέ καμμία διδασκαλία σοφοῦ δέ βρέθηκε οὔτε θά βρεθεῖ ποτέ τέτοιος θησαυρός σοφίας, ἀγάπης, στοργῆς, εὐσπλαγχνίας πρός τόν ἁμαρτωλό ἄνθρωπο, ὅση κλείνει ἡ Παραβολή τοῦ Κυρίου, πού θά σᾶς διηγηθῶ σήμερα. Εἶπαν μάλιστα ὅτι, καί ἄν τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό αὐτή τήν Παραβολή δέν εἶχε διδάξει ὁ Κύριος, θά ἔφθανε αὐτή γιά νά μᾶς βεβαιώσει πώς ὁ Θεός Πατέρας μας εἶναι ᾿Αγάπη καί Εὐσπλαχνία! Τήν ὀνόμασαν μάλιστα «Εὐαγγέλιο τῶν Εὐαγγελίων»!

Β’. Διήγηση τῆς Παραβολῆς

῞Ενας πατέρας, πλούσιος ἄρχοντας, εἶχε δυό γυιούς. Ζοῦσαν εὐτυχισμένοι μέσ᾿ στήν ἀγάπη τοῦ πατρικοῦ σπιτιοῦ. ῞Ολα δικά τους. ῞Ολα στή διάθεσή τους. Τίποτα δέν τούς ἔλειπε. Κι ὁλόγυρά τους ὑπηρέτες πολλοί, ζοῦσαν κι αὐτοί εἰρηνικά καί πλούσια κοντά τους· πράγμα πού φανέρωνε ἀκόμα πιό πολύ τήν ἀρχοντιά καί τήν ἀγάπη τοῦ πατρικοῦ σπιτιοῦ.

῏Ηλθε μιά μέρα ὅμως θλίψη φοβερή σ᾿ αὐτό τό σπίτι. Τί συνέβη; ῾Ο νεώτερος γιός βλοσυρός καί ἀγριεμένος! ᾿Από καιρό τό ἔδειχνε, πώς κάτι ἐπαναστατικό συλλογιέται. ᾿Αντίδραση σέ ὅλους. Τίποτα νά μήν τοῦ ἀρέσει! Κι αὐτή ἡ τρυφερή στοργή τοῦ πατέρα τοῦ γίνεται ἐνοχλητική! Τό ἄκουσε, καθώς φαίνεται, ἀπό κάποιους φίλους. Τί ἄκουσε; Νά! ὅτι ἡ ζωή ἐκεῖ κάτω στή μεγάλη πολιτεία εἶναι ὄμορφη! ῾Ο καθένας ζεῖ, ὅπως θέλει. Κέντρα γιά διασκέδαση. Φίλοι γιά γλέντια. Καί πρό παντός καμμιά δέσμευση. Οὔτε «μή» οὔτε «μά» τοῦ πατέρα, οὔτε οἱ δεσμευτικές συνήθειες τοῦ πατρικοῦ σπιτιοῦ. Μπορεῖς νά γλεντᾶς ὅλη νύχτα! ῞Οπως θέλεις ἐσύ! Νά πηγαίνεις ὅπου σοῦ ᾿ρχεται ὄρεξη· καί μέ ὅποια παρέα προτιμᾶς! Τοῦ γούστου σου!... Μεγάλωσε ἄλλωστε! Θά δοκιμάσει τήν ἐλευθερία του. Τί, παιδάκι εἶναι, νά ἔχει ἀνάγκη τοῦ πατέρα;

Αὐτά ἄκουσε, τά στριφογύρισε στό μυαλό του καί πῆρε τήν ἀπόφαση νά τραβήξει γιά τή μακρινή χώρα! Νά ἀπολαύσει τήν ἐλεύθερη ζωή. Μακριά ἀπό τό πατρικό του σπίτι καί τίς καλές συνήθειες πού εἶχε διδαχθεῖ! Καί χρήματα; Ποῦ θά βρεῖ τόσα χρήματα, γιά νά ζήσει ἔτσι πού ὀνειρεύεται ἐκεῖ μακριά; Μά, καί γι᾿ αὐτό βρίσκει λύση! Θά ζητήσει τοῦ πατέρα του! Καί πόσα θά ζητήσει; ῾Η ζωή τοῦ γλεντιοῦ καταβροχθίζει χρήματα καί χρήματα! Μά, θά τοῦ ζητήσει πολλά! ῞Ολο τό μερίδιο τῆς κληρονομιᾶς, πού τοῦ... ἀνήκει! Τί θράσος!

Καί ὁ κεραυνός ἔπεσε στήν καρδιά τοῦ πατέρα. «Δῶσ’ μου τό μερίδιο τῆς κληρονομιᾶς πού μοῦ ἀνήκει», τοῦ εἶπε ὁ μικρός γυιός.

῎Αν ἤμαστε ἀπό μιά μεριά, νά δοῦμε τή θλιμμένη καί γλυκειά ἐκείνη ὄψη τοῦ πατέρα! Ν᾿ ἀκούσουμε τά λόγια τῆς πατρικῆς στοργῆς. Τίς γιομάτες ἀγάπη καί σοφία συμβουλές του!

῞Ομως, δέν ἦταν πατέρας αὐταρχικός. ᾿Αγαποῦσε τό παιδί του καί σεβόταν τήν ἐλευθερία του. Τίς συμβουλές του τίς εἶχε πεῖ. Τώρα, μέ πόνο καρδιᾶς, παρ᾿ ὅλο πού εἶχε δικαίωμα νά ἀρνηθεῖ, μοίρασε στά παιδιά του τήν περιουσία, ὅσο στό καθένα ἀναλογοῦσε (Λουκ. ιε´ 12). Σιωπή ἀκολούθησε.

Μάζεψε τά πλούτη ὁ νεώτερος γυιός, πούλησε ὅ,τι δέ γινόταν νά τό μεταφέρει, λαμπροστολίστηκε καί, βέβαια, μέ ἁμάξι φανταχτερό ἔφυγε γιά τή μακρινή χώρα.

Κόσμος ἄλλος ἐκεῖ! Φάνταζε! Γελοῦσε τρανταχτά. Τραγουδοῦσε· γλεντοῦσε ξέφρενα. Τοῦτος ὁ κόσμος δέν εἶχε ντροπή. Τίποτα κι ἀπό τίποτα δέν τόν κρατοῦσε! Καμμιά προσοχή γιά τήν ἀξιοπρέπεια καί τήν ἀρετή. Γλώσσα χυδαία. ᾿Αστεῖα βρωμερά! ῎Αγνωστοι φίλοι μυρίστηκαν σά λαγωνικά τό πουγγί του (τό πορτοφόλι θά λέγαμε σήμερα). Τόν πλησίασαν ὑποκριτικά. Ψευτοθαυμασμοί καί κολακεῖες ὁλόγυρά του. Τόν κατάφεραν. Τόν παγίδευσαν. Κρίμα τό παλικάρι! Πῆρε τό δρόμο τοῦ κακοῦ! Ξενύχτια, φαγοπότια, μεθύσια, μ᾿ ὅλες τίς βρωμερές ἁμαρτίες πού τά ἀκολουθοῦν! Καί τά ἔξοδα τοῦ γλεντιοῦ ὅλα δικά του. Καί ὁ καιρός περνοῦσε. Λίγο - λίγο ἄδειαζε τό πουγγί! Κατασπατάλησε τήν περιουσία του ὅλη ζώντας μέσα στήν ἁμαρτία.

Μά, τελειώνοντας τά λεφτά, πᾶνε καί οἱ φίλοι! Οὔτε πού γύριζαν νά τόν κοιτάξουν πιά! ῎Αλλαζαν δρόμο, γιά νά μήν τόν συναντήσουν. Πεινοῦσε. Τά ροῦχα του ἔλειωσαν. Κιτρίνισε, ἀδυνάτισε. Χάλια μεγάλα. ᾿Αναζήτησε δουλειά. Κανείς δέν τόν ἤθελε ἔτσι πού ἦταν. Πέφτει καί λιμός σ᾿ αὐτή τή χώρα. Πείνα. Βγῆκε στούς ἀγρούς.

—Πάρε με στή δούλεψή σου, παρακαλεῖ ἕναν ἀγρότη.

—Πήγαινε νά βόσκεις τούς χοίρους μου (τά γουρούνια μου) τοῦ λέει ἐκεῖνος. Νά τρῶς ἀπό τά ξυλοκέρατα (χαρούπια), πού τρῶνε καί κεῖνοι! Μά προσοχή. ῎Οχι πολύ, καί λείψει ἀπό τούς χοίρους μου ἡ τροφή!

Πῆγε. Κουρελιασμένο, ἐξαντλημένο, μ᾿ ἕνα καλάμι στό χέρι τό ἀρχοντόπουλο, ἔγινε χοιροβοσκός. Καί προσπαθοῦσε νά χορτάσει τήν πείνα του ἀπό τά ξυλοκέρατα τῶν χοίρων! Θλίψη. ᾿Ερημιά μέσ᾿ στήν καρδιά του. Παγωνιά! Δίχως σταλιά ἀγάπη ἀπό κανένα!... Καί ὁ καιρός περνοῦσε!...

Μιά μέρα κάτι ξύπνησε μέσα του καί ἦρθε στά καλά του! ῞Ολα ὅσα ὥς τώρα ἔκανε, τά βρίσκει παράλογα! Καί συλλογιέται: Αὐτή τήν ὥρα, πού ἐγώ πεθαίνω ἀπό τήν πείνα, πόσοι ὑπηρέτες τοῦ πατέρα μου χορταίνουν μοσχομύριστα ψωμιά σέ πλούσιο τραπέζι!... Μέσα του ἀχνόφεξε ἡ μετάνοια! Καί νά πού ξημερώνει νέα μέρα στήν καρδιά του! Σπάει τό σκοτάδι πού τήν τύλιγε! ᾿Ανάσταση! Πετιέται ὄρθιος! Καί παίρνει ἡρωική ἀπόφαση: «᾿Αναστάς πορεύσομαι πρός τόν πατέρα»! Θά σηκωθῶ νά πάω στόν πατέρα μου! Στά πόδια του θά πέσω καί θά τοῦ πῶ: «Πάτερ, ἥμαρτον»! ῾Αμάρτησα σέ σένα καί στόν Θεό. Δέν εἶμαι πιά ἄξιος νά λέγομαι παιδί σου! Πάρε με κοντά σου καί κάνε με ἕνα δοῦλο σου! Χίλιες φωνές τοῦ ἔκαναν αὐτόματη ἐπίθεση. Θά ντροπιαστεῖς, καημένε!... Καί νομίζεις πώς θά σέ δεχθεῖ;... ῎Αν σέ διώξει;...

Τοῦ ᾿λεγαν, τοῦ ᾿λεγαν. Μά, ὁ ἄσωτος γυιός ἤξερε καλά ποιόν ἔχει πατέρα! ῎Ηξερε τήν ἀγάπη του καί τή στοργή του! ῎Αλλωστε τό ᾿πε. Δοῦλο του θά ζήταγε νά τόν κάνει! ῎Οχι παιδί του. ῾Η ἀπόφαση ἦταν ἀμετάκλητη! Εἶχε καταλάβει τό σοβαρό του λάθος. Τήν προσβολή στήν ἀγάπη τοῦ πατέρα. Τήν ἁμαρτωλή ζωή του στή μακρινή χώρα. Μετανοοῦσε. Ξεκίνησε. Πῆρε τό δρόμο τοῦ γυρισμοῦ στήν πατρική ἀγκαλιά. Μακρύς πού εἶναι! Πεζοπορεῖ τυλιγμένος τ᾿ ἄθλια κουρέλια του καί στηριγμένος στό ραβδί του! Κι ὁ πειρασμός ἀπό κοντά: ᾿Ανόητε, γύρνα πίσω... Θά πεθάνεις ἀπ᾿ τήν ἐξάντληση... ῾Ο δρόμος εἶναι πολύς... Σταμάτα!... ᾿Εκεῖνος ὅμως εἶχε πάρει τήν ἀπόφασή του. Θά γύριζε στό στοργικό του πατέρα.

῎Ας δοῦμε ὅμως τί ἔκανε ἐκεῖνος, ὁ πατέρας, ὅλον τοῦτο τόν καιρό! Τόν ξέχασε; Τόν ξέγραψε; Τοῦ ἔδωσε κατάρες γιά τήν κακή του συμπεριφορά καί τήν ντροπή πού ἔφερε στήν οἰκογένειά του;... ῎Οχι!

῎Ετσι πού ἔβλεπε πιό μέσα, πιό βαθιά τό πατρικό του μάτι, ἤξερε πώς τό παιδί του μιά μέρα θά καταλάβει τό λάθος του καί θά γυρίσει κοντά του καί πάλι. Καί ἤλπιζε. Γι᾿ αὐτό καί περιμένει τό γυρισμό του. ῞Ολα αὐτά τά χρόνια, κάθε μέρα βγαίνει στόν ἐξώστη καί κοιτάει τοῦ δρόμου τό βάθος! Μήπως ἔρχεται;

Καί νά! Τοῦτο τό δειλινό!... Κάποια σκιά διακρίνει ν᾿ ἀργοσαλεύει ἐκεῖ κάτω! Ποιός νά ᾿ναι! Λίγο - λίγο πλησιάζει! Ζητιάνος θά ᾿ναι! Βοήθεια θά ᾿ρχεται νά βρεῖ! Ξανακοιτάει. Μά!... Μά, ὄχι! ᾿Από μακριά τόν γνώρισε! Εἶναι!... Ναί, εἶναι... τό χαμένο του παιδί! Τρέχει ὁ γέροντας. Τρέχει. Τόν προφταίνει. Κι ὤ ἀγάπη, πού ξεπερνάει τή λογική! Πρίν νά προφτάσει ὁ γυιός στά πόδια του νά πέσει, ἀνοίγει διάπλατη ἡ πατρική ἀγκαλιά! Ρίχνεται καί σφιχταγκαλιάζει τόν βρώμικο, ψυχή καί σῶμα, κουρελιάρη γυιό!... Τρέμει ἐκεῖνος. Σαστίζει. Δέν τήν περίμενε τέτοια στιγμή.

—«Πατέρα μου, ἥμαρτον»! φωνάζει τήν εἰλικρινῆ του ἐξομολόγηση. Δέν εἶμαι ἄξιος νά λέγομαι γυιός σου!...

Ποῦ νά σταθεῖ στά λόγια αὐτά ἡ καρδιά τοῦ πατέρα!

—Φέρτε του τή στολή τήν πρώτη τήν πριγκιπική. Τή φυλαγμένη. Τόν περίμενα!... Λοῦστε τον. Ντύστε τον. Πρίγκιπας εἶναι. Φορέστε του στό χέρι δαχτυλίδι μέ τή βούλα μου. Εἶναι γυιός μου! Φορέστε καί στά πόδια του σανδάλια. Δέν εἶναι δοῦλος. Εἶναι ἐλεύθερος! Καί σφάξτε καί τό «σιτευτό μοσχάρι», τό καλοθρεμμένο, γιά τήν πιό μεγάλη μας γιορτή... Νά ἡ γιορτή. Καί ἑτοιμάστε δεῖπνο μέγα, μέ χαρᾶς τραγούδια καί ὄργανα, γιά νά γιορτάσουμε καί νά χαροῦμε! Τοῦτο τό παιδί μου ἦταν νεκρό κι ἀνέζησε. Χαμένο ἦταν κι εὑρέθη! Νά τό χαροῦμε πρέπει!

Καί ἔτσι ὅλα ἔγιναν. Καί γέμισε ὁ τόπος ἀπ᾿ τή χαρά κι ἀπ᾿ τή γιορτή...

Κατά τό σούρουπο νά καί ὁ μεγαλύτερος γυιός (ὁ πρεσβύτερος), πού φτάνει ἀπό τά μακρινά χωράφια. (᾿Αφεντικό ἦταν· καί ἐπιτηροῦσε ὅλο ἐκεῖνο τόν πλοῦτο). Βλέπει φωτοχυσίες στό παλάτι τους! ᾿Ακούει ὄργανα γιορτῆς! Τραγούδια! Μπά! Τί ἔπαθε ὁ πατέρας του;! Τήν ξέχασε τοῦ ἄσωτου γυιοῦ τή θλίψη; Τί συμβαίνει; Φωνάζει ἕνα ἀπ᾿ τά «παιδιά», τούς ὑπηρέτες, καί ρωτάει:

—Τί εἶναι ὅλ᾿ αὐτά;

—῏Ηλθε ὁ ἀδελφός σου! τοῦ ἀπαντάει ἐκεῖνος μέ χαρά. Κι ἔσφαξε ὁ πατέρας σου τό διαλεχτό μοσχάρι, γιά νά γιορτάσει τή χαρά αὐτή...

—Τί!... ῎Αστραψε ἡ ὀργή στό πρόσωπο τοῦ ἀδελφοῦ, τοῦ πιό μεγάλου! Πείσμωσε! ᾿Αγρίεψε! Δέν πλησιάζει! Ζήλεια καί μίσος!...

Τ᾿ ἄκουσε ὁ στοργικός πατέρας. Βγαίνει ἔξω. Τρέχει πάλι. Πάλι ἀνοιχτή ἡ ἀγκαλιά καί γιά τό γυιό του τοῦτο.

—῎Ελα, παιδί μου. ῎Ελα! Χαρά ἔχει τό σπίτι μας!...

Ξεσπάει αὐτός. Κι ὅ,τι εἶχε μέσα του κακό ἀποκρυμμένο, κατάμουτρα τό ρίχνει τοῦ πατέρα:

—Εἶσαι πατέρας ἄδικος! Τόσα καί τόσα χρόνια ὑπάκουος εἶμαι σέ σένα καί δουλευτής πιστός στίς ἐντολές σου. Κι οὔτε μιά φορά δέ μοῦ ᾿πες: Πάρε ἕνα κατσικάκι νά πᾶς καί σύ νά διασκεδάσεις μέ τούς φίλους σου. Καί τώρα πού ἦρθε ὁ γυιός σου αὐτός, πού σοῦ κατασπατάλησε τήν περιουσία ζώντας ἄσωτα καί ἁμαρτωλά, ἔσφαξες τό σιτευτό μοσχάρι!...

῎Εβγαζαν τά μάτια του ἀπό τό θυμό φωτιές!

—Παιδί μου, τοῦ λέει ὁ γέροντας μαλακά. ᾿Εσύ, κοντά μου πάντα, ὅλα δικά σου τά ᾿χες. Πλούτη κι ἀγάπη! ῞Ολα! ᾿Ενῶ ὁ ἀδελφός σου αὐτός ἦταν νεκρός καί ἀνέζησε! Χαμένος ἦταν καί βρέθηκε! Καί πῶς νά μή χαροῦμε;...

Γ´. Γιά τήν ᾿Ορθόδοξη ζωή μας

Στοργικός Πατέρας μας εἶναι ὁ Θεός. Καί τά δυό παιδιά του ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι. ᾿Εμεῖς ξεφεύγουμε μακριά Του καί ἁμαρτάνουμε. ᾿Εκεῖνος μᾶς περιμένει νά ξαναγυρίσουμε κοντά Του μέ τή μετάνοια καί μᾶς συγχωρεῖ μέ ἀγάπη! Παλάτι τοῦ πατέρα ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν! Μά, ἡ εἴσοδος τῆς Οὐράνιας Βασιλείας, παιδιά, βρίσκεται στή γῆ! Εἶναι ἡ ᾿Εκκλησία μας. ᾿Εδῶ ἀρχίζει γιά κάθε ἁμαρτωλό πού μετανοεῖ τό πρῶτο πανηγύρι!

® ῾Ο Οὐράνιος Πατέρας δέχεται εὐσπλαχνικά τή μετάνοιά μας. ® Οἱ ὑπηρέτες Του (οἱ ἱερεῖς τῆς ᾿Εκκλησίας μας) παίρνουν ἐντολή νά μᾶς λούσουν μέ τό Μυστήριο τῆς ᾿Εξομολογήσεως! ® Τό Πνεῦμα τό ῞Αγιο μᾶς ντύνει μέ τήν πρώτη στολή μας, τή βασιλική, πού εἶναι ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς μας! ® Ξαναγινόμαστε παιδιά τοῦ Θεοῦ! Αὐτό συμβολίζει τό δαχτυλίδι. ® Δέν εἴμαστε δοῦλοι, φορᾶμε τά σανδάλια, πού εἶχαν μόνο οἱ ἐλεύθεροι.® ᾿Αφήσαμε ἀποφασιστικά τή μακρινή χώρα, πού εἶναι κάθε τόπος τῆς ἁμαρτίας. ® ᾿Εμεῖς ὅμως θά παίρνουμε πάντα τό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, τῆς μετανοίας! ® ῎Ετσι μᾶς περιμένει τό βασιλικό τραπέζι τοῦ Οὐρανίου Πατέρα μέ τό μόσχο τό σιτευτό! Ποιός εἶναι ὁ μόσχος ὁ διαλεχτός, πού τόν θυσίασε ὁ στοργικός Πατέρας γιά χάρη τῶν παιδιῶν Του πού μετανοοῦν;

—῾Ο Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστός!

 

Σύνθημα:

Κάθε μέρα ἐπιστροφή στόν στοργικό Πατέρα. 

 

footer


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ