6Ο ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΙΕΡΕΥΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΘΥΣΙΑΣΤΗΡΙΟΥ(1)

Ἀρχιμ. Νήφωνος Καψάλη.

Ὅταν φθάνει ἡ ὥρα τῆς χειροτονίας, δύο πρεσβύτεροι λαμβάνουν τόν ὑποψήφιο καί τόν περιφέρουν τρεῖς φορές κύκλῳ τῆς Ἁγίας Τραπέζης, ψάλλοντες «Δόξα Σοί Χριστέ ὁ Θεός Ἀποστόλων καύχημα...» Κατόπιν γονατίζει μπροστά στό θυσιαστήριο, στηρίζοντας καί τά δύο του χέρια ἐπάνω σ' αὐτό. Τί σημαίνουν ἄραγε αὐτά; Σημαίνουν ὅτι ἀπό ἐκείνη τήν ὥρα κέντρο τῆς ζωῆς τοῦ ἱερέως θά εἶναι τό ἱερό καί ἅγιο αὐτό θυσιαστήριο. Γι' αὐτό καί τό ἀγκαλιάζει μέ ὅλη τήν θέρμη τῆς καρδιᾶς του σάν τό πολυτιμότερο ἀπόκτημα τῆς ζωῆς του, ἀλλά καί τό θυσιαστήριο τόν τυλίγει ὁλόκληρο μέσα στήν δόξα καί τόν θεῖο τοῦ γνόφο.

Τί συγκλονιστική ἀλήθεια στιγμή, πού βέβαια ὅλοι μας τήν ἔχουμε ζήσει! Ὄντως, αὐτό τό ἱερό σύμπλεγμα, ἱερεύς καί θυσιαστήριο, εἶναι καί θά εἶναι εἰς τούς αἰώνας, ὅ,τι πιό ὑψηλό καί μεγάλο ἔχει νά παρουσιάση αὐτός ὁ κόσμος. Δύο πράγματα, πού ἑνώθηκαν ἅπαξ διά παντός ἀπό αὐτόν τόν Κύριο, τόν Πρῶτο καί Μέγα Ἱερέα τοῦ κόσμου. Ὁ ἱερεύς, θά λέγαμε, εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένος μέ τό θυσιαστήριο. Ὁ ἱερεύς γεννᾶται τήν ὥρα τῆς χειροτονίας του. Μήτρα αὐτῆς τῆς ὑπερφυούς γεννήσεως εἶναι ἀκριβῶς τό πανάγιο θυσιαστήριο. Ἀπό τήν στιγμή ἐκείνη γίνεται ἡ ἴδια ἡ ζωή του. Ὑπάρχει
ἐξ' αἰτίας αὐτοῦ καί ζῆ μόνον γι' αὐτό. Εἶναι τό ἱερό φορτίο του, ἡ χαρά του καί ἡ δόξα του.

Τό διδακτικό, τό ποιμαντικό καί τό ἄλλο κοινωνικό ἔργο τοῦ ἀπορρέουν καί τροφοδοτοῦνται ἀπό τήν χάρι τοῦ λειτουργικοῦ του χαρίσματος. Στήν Ὀρθοδοξία τό κέντρο τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν δέν εἶναι τό κήρυγμα, ἀλλά τό Μυστήριο. Δέν εἶναι ὁ ἄμβωνας, ἀλλά τό θυσιαστήριο. Γι' αὐτό ἀκόμη καί ἡ θέσις τοῦ μέσα στόν ναό εἶναι κεντρική, ὅπως ἡ καρδιά μέσα στό σῶμα. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι πρωτίστως λειτουργοῦσα καί προσευχομένη Ἐκκλησία καί δευτερευόντως κηρύττουσα καί ποιμαίνουσα. Ποιμαίνει ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα. Ἡ πρώτη Ἐκκλησία ὅλα τα μυστήριά της τά εἶχε συνδεδεμένα μέ τό ὑπέρτατο γεγονός τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἡ Ἁγία Τράπεζα ἐκφράζει καί συγκεφαλαιώνει ὅλα τα σημαντικώτερα ἔργα τοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς. Θεωρεῖται καί ὡς τράπεζα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου καί ὡς ἄλλος Γολγοθάς,
ἀλλά καί ὡς ὁ Θεοδόχος τάφος τοῦ Σωτῆρος μας, ἀπό τόν ὁποῖο ἀναβλύζει ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή.

Τό θυσιαστήριο τῆς Ἐκκλησίας θεωρεῖται προβαθμίδα τοῦ ὑπερουράνιου καί νοερού. Πιστεύουμε ὅτι ὅσα τελοῦνται, κατά τήν θεία μᾶς λατρεία εἶναι ὁ ἀπόηχος καί ἡ πιστή ἀντιγραφή τῶν ὅσων συμβαίνουν στόν οὐρανό.
Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης στήν Ἀποκάλυψι μᾶς δίδει μία πανέμορφη εἰκόνα τῆς οὐράνιας λειτουργίας, σέ μιά παναρμόνια συγχορδία τῶν ἀγγέλων καί τῶν ἁγίων. Λέγει στό 8ο κεφάλαιο στίχο 3: «Καί ἕνας ἄλλος ἄγγελος ἦλθε καί ἐστάθη στό ἐπουράνιον θυσιαστήριον, κρατῶν εἰς τά χέρια τοῦ ὁλόχρυσον θυμιατήριον. Καί ἐδόθησαν εἰς αὐτόν πολλά θυμιάματα, αἵ προσευχαί τῶν ἁγίων, πού εὑρίσκονται στούς οὐρανούς, διά νά προσφέρη καί συνενώση αὐτᾶς μέ τάς προσευχᾶς τῶν πιστῶν της στρατευομένης Ἐκκλησίας στό ὁλόχρυσον θυσιαστήριον, πού εἶναι ἐμπρός στόν θρόνον τοῦ Θεοῦ…».
Αὐτοῦ του ὑπερθεοῦ μεγαλείου μέ τό ὁποῖο εἶναι ντυμένο τό θυσιαστήριό μας, τελετουργός καί μύστης, ἀλλά καί πρῶτος μέτοχός των ἀνεκφράστων δωρεῶν του, τυγχάνει ὁ ἱερεύς, ἐξ αἰτίας τῆς ἁγίας ἱερωσύνης, τήν ὁποίαν ἔχει. Ὁ ἱερεύς εἶναι βέβαια καί αὐτός ἄνθρωπος «σάρκα φορῶν καί τόν κόσμον οἰκῶν», ἀλλά ἔχει τήν ὑψίστη τιμή νά ὑπηρετῇ τόν Θεό. Ὁ Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης ἀναφέρει χαρακτηριστικά: «Ἐάν ἔβλεπαν (λέγει) οἱ ἄνθρωποι μέ ποιά δόξα λειτουργεῖ ὁ ἱερεύς, θά ἔπεφταν κατά γῆς μπροστά στό ὅραμα αὐτό. Κι' ἄν ὁ ἴδιος ὁ ἱερεύς ἔβλεπε τόν ἑαυτό του, σέ ποιά οὐράνια δόξα βρίσκεται, κατά τήν τέλεση τοῦ λειτουργήματός του, τότε θά γινόταν μεγάλος ἀσκητής καί θά ἀγωνιζόταν νά μή θλίψη μέ τίποτε τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ζῆ μέσα του». Καί καταλήγει πολύ σοφά: «Ὅμως ὁ Κύριος ἀποκρύπτει ἀπό τά μάτια τῶν λειτουργῶν του τό μεγαλεῖον τους αὐτό, γιά νά μή ὑπερηφανεύωνται, ἀλλά νά σώζωνται μέ τήν ταπείνωσι». Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος Τσαλίκης, ὁ ὁποῖος ἀξιώθηκε θαυμαστῶν ἐμπειριῶν, ὅταν λειτουργοῦσε, ἔλαμπε ἀπό καθαρότητα καί μεγαλοπρέπεια. Συχνά τόν ἔβλεπαν νά μή πατάη στό ἔδαφος, ἀλλά νά στέκεται καί νά βαδίζη στόν ἀέρα. Πολλές φορές ἀντικρυζε ἐπάνω στήν Ἁγία Τράπεζα ἀγγέλους καί ἀρχαγγέλους, νά κρατοῦν τό Σῶμα τοῦ Κυρίου. «Οἱ ἄνθρωποι (ἔλεγε) εἶναι τυφλοί καί δέν βλέπουν τί γίνεται μέσα στό ναό, στήν διάρκεια τῆς θείας λειτουργίας!».

Ὁ ἱερουργῶν ἱερεύς, ἱστάμενος πρό τοῦ φρικτοῦ θυσιαστηρίου, γίνεται δέκτης τῆς θείας χάριτος ἀλλά καί πομπός της πρός τόν κόσμο. Εἶναι μεσίτης μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου, εἰκονίζοντας τόν ἕνα καί μοναδικό μεσίτη
Ἰησοῦν Χριστόν. «Ὁ ἱερεύς (κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο) μέσος του Θεοῦ καί τῆς τῶν ἀνθρώπων φύσεως ἔστηκεν, τάς ἐκεῖθεν τιμᾶς κατάγων πρός ἠμᾶς καί τάς παρ' ἠμῶν ἰκετηρίας ἀνάγων ἐκεῖ».

Τά δύο ὑψωμένα χέρια τοῦ λειτουργοῦ, ἄλλοτε μᾶς φέρνουν τίς θεῖες εὐλογίες καί ἄλλοτε ἐμποδίζουν, σάν ἄλλα ἀλεξικέραυνα, τήν ὀργή τοῦ θεοῦ, διασώζοντας τό ἀνθρώπινο γένος. Γι' αὐτό, ὅπως ἀναφέρει ἡ παράδοσή μας, ἄν σταματήση νά τελῆται ἐπί τῆς γῆς ἡ θεία λειτουργία, ὁ κόσμος θά ἀποθάνη. Ἔτσι, μποροῦμε νά ποῦμε, ὅτι ὁ ἱερεύς κινεῖται μεταξύ ἑνός θείου μεγαλείου πού κρύβει ἡ ἱερωσύνη του καί τῆς χοϊκότητος, πού τήν ἀποτελοῦν τά πάθη καί οἱ ἀδυναμίες μας. Ὁ ἱερεύς ὄντως παλεύει μεταξύ ἀγγέλων καί δαιμόνων. Ἄλλοτε βλέπει ὅτι προσεγγίζει ἤ προσεγγίζεται ἀπό τούς πρώτους καί ἄλλοτε ἀπό τούς δευτέρους. Μπροστά στό θυσιαστήριο βλέπει ὅτι εἶναι «Θεός κατά χάριν», ἔξω ὅμως στήν καθημερινότητα, διαπιστώνει ὅτι ἀποτελεῖται ἀπό σάρκα. Καί ἔρχονται στιγμές, πού ἡ θέσις τοῦ ἱερέως εἶναι ὄντως δραματική. Τότε ἴσως βγαίνει ἀπό τά χείλη τοῦ ὁ ἀναστεναγμός: «Ταλαίπωρος ἐγώ ἄνθρωπος». Καί ἐάν δέν δίνει τακτική διέξοδο στό Μυστήριο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως, στό καθαρτήριο αὐτό λουτρό, τά πράγματα γι' αὐτόν εἶναι πολύ δύσκολα.

Προϋποθέσεις προσεγγίσεως τοῦ θυσιαστηρίου

Λαμπρό λοιπόν, ἀλλά καί φοβερό συγχρόνως τό ἅγιό μας θυσιαστήριο. Ὅμως πῶς πρέπει κανείς νά τό πλησιάζη; Ποιές προϋποθέσεις πρέπει νά διέπουν τήν σχέσι τοῦ ἱερέως μέ αὐτό; Διότι ὁ Μ. Βασίλειος φωνάζει: «Βλέπε
ὤ ἱερεῦ τίνι παρίστασαι πῶς ἱερουργεῖς καί τίσι μεταδίδως».
Θα ἤθελα νά μοῦ ἐπιτρέψετε νά αναφέρω, μέ ἀγάπη καί ταπείνωσι, μερικές βασικές προϋποθέσεις.

Εὐλάβεια

Ἡ εὐλάβεια δέν εἶναι ἕνα αἴσθημα παροδικό ἤ μία ἐξωτερική καί στιγμιαία ἐκδήλωσις. Δέν εἶναι ἕνα φόρεμα πού τό φοροῦμε ὅσο διαρκεῖ τό ἔργο μας, οὔτε μία μάσκα, γιά νά καλύψουμε τό πραγματικό μας πρόσωπο. Ἀλλά εἶναι μία μόνιμη στάσις τοῦ ὅλου ἄνθρωπου. Μία ἔντονη αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, πού συγκλονίζει ὅλο μας τό εἶναι. Στήν ἀληθινή εὐλάβεια μετέχουν καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα. Ἐάν κάποιος δείχνει ἐξωτερική εὐλάβεια, χωρίς ἐσωτερικό ἀντικρυσμα, γίνεται φαρισαῖος. Ἐάν πάλι κάποιος ἰσχυρίζεται ὅτι ἔχει μέν ἐσωτερική εὐλάβεια, ἀλλά ἀδιαφορεῖ γιά τίς ἐξωτερικές της ἐκδηλώσεις, θεωρώντας αὐτές ὡς δῆθεν τυπικότητες, αὐτός βρίσκεται σέ πλάνη.

Ἡ εὐλάβεια πρός τό θεῖον καί τά θεία πράγματα, εἶναι σύνθετο πνευματικό φαινόμενο. Τά στοιχεῖα πού τό ἀποτελοῦν εἶναι: ἡ θερμή πίστις,
ὁ ἅγιος φόβος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀγαπητική διάθεσις τῆς καρδιᾶς καί ἡ βαθειά ταπείνωσις.

Ἡ ζωντανή πίστις εἶναι ἡ μητέρα τῆς ἱερατικῆς εὐλαβείας. Γεννᾶται αὐτομάτως ὅταν στήν καρδιά τοῦ ἱερέως ὑπάρχει ἡ αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ κατά τήν θεία μυσταγωγία, ἰδιαιτέρως δέ μετά τόν καθαγιασμό τῶν τιμίων δώρων, ὅπου ἡ θεία παρουσία δέν εἶναι μόνον ἀόρατη, ἀλλά καί ὁρατή καί αἰσθητή, στό σῶμα καί στό αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἱερεύς πού πιστεύει βαθειά αὐτήν τήν πραγματικότητα, δέν μπορεῖ παρά νά αἰσθάνεται εὐλαβική συντριβή. Λέγει πολύ σοφά ἕνας σύγχρονος γέροντας, ἐάν θέλετε νά δεῖτε ἐάν ἕνας λειτουργός πιστεύει πραγματικά, ὅτι αὐτό πού ἔχει μπροστά του, ἐπί τῆς Ἁγίας Τραπέζης, εἶναι «Αὐτό τοῦτο τό ἄχραντον σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί αὐτό τοῦτο τό τίμιον αἷμα Του»; Παρακολουθῆστε τόν στά ἑξῆς σημεῖα: Πῶς μελίζει καί διαμελίζει τόν ἀμνόν τοῦ Θεό; Πῶς κοινωνεῖ ὁ ἴδιος; Πῶς κάνει τήν συστολή; Πῶς κοινωνεῖ τόν κόσμο; Περισσότερο ὅμως ἀπό ὅλα (μήν σᾶς φανῆ ὑπερβολικό) πῶς καταλύει τό Ἅγιον Ποτήριον; Ἐκεῖ κυρίως δίνουμε τίς ἐξετάσεις μας. Ὁ ἱερεύς τίς φρικτές αὐτές ὧρες πού ἐπαναλαμβάνει τήν ψηλάφησι τοῦ Θωμά (τόν δάκτυλον εἰς τόν τύπον τῶν ἥλων καί τήν χείρα εἰς τήν πλευράν του), πρέπει συνεχῶς νά ἐπαναλαμβάνει καί τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς του: «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου». «Ὁ Κύριός μου εἶναι παρών. Μέ βλέπει, μέ ἀκούει, μέ παρακολουθεῖ καί μέ προσέχει. Αὐτός καί μέ κρίνει». Αὐτή ἡ πίστις δημιουργεῖ στήν καρδιά μας καί τόν φόβο τοῦ Θεοῦ. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ὁ ἄγριος καί ἐξουθενωτικός τρόμος, πού νοιώθει ὁ ἄνθρωπος μπροστά σε ἕνα κίνδυνο, πού τοῦ σφίγγει τήν καρδιά, πού μπορεῖ νά τοῦ δημιουργήση καί ψυχολογικά ἀκόμη προβλήματα. Ἀλλά εἶναι ἐκεῖνο τό ἱερό δέος, πού νοιώθει τό πλάσμα, ἐνώπιόν του Πλάστου. Ὁ σεβασμός τοῦ παιδιοῦ μπροστά στόν Οὐράνιο Πατέρα, εἶναι, ἄν θέλετε, τό γλυκό ρίγος πού διαπέρα τήν ὕπαρξί μας ὅταν ζοῦμε τήν ἔλευσι τῆς Θείας Χάριτος. 

Εὐλάβεια ἀκόμη σημαίνει: «καρδία συντετριμμένη καί τεταπεινωμένη». Ὁ εὐλαβής μυσταγωγός γνωρίζει καλῶς ποιός εἶναι αὐτός ὁ ἴδιος ἀλλά καί ποιόν ὑπηρετεῖ. Ἔχει βαθειά συναίσθησι ὅτι αὐτός, ὡς ἄνθρωπος, εἶναι ἁμαρτωλός καί ἀχρεῖος δοῦλος, ἐνῶ ὁ Κύριός του εἶναι ὁ Ἅγιος καί ὁ Ἀναμάρτητος.

Συνεπῶς ἡ ὑπερηφάνεια καί ἡ ἔπαρσις, ἡ ἐπιδεικτικότις καί ἡ ἀλαζονεία δέν ἔχουν θέσι στήν ψυχή του. Νά τί μᾶς συμβουλεύει ὁ Ὅσιος Θεόγνωστος, πού γράφει πολλά γιά τήν εὐλαβική ἱερωσύνη: «Νά θεωρῆς τόν ἐαυτόν σου εὐλογημένο. Κοίταξε ποιά ἰσάγγελη τιμή ἀξιώθηκες καί φρόντισε νά μείνης ἀνέπαφος στό βαθμό τῆς ἱερωσύνης πού ἔχεις κληθῆ, μέ κάθε ἀρετή καί καθαρότητα. Γνωρίζεις ἀπό πόσο ὕψος σέ πόσο βάθος ἔπεσε ὁ ἑωσφόρος ἀπό ὑπερηφάνεια. Αὐτό μή τό πάθης καί σύ, φανταζόμενος μεγάλα γιά τόν ἑαυτό σου, ἀλλά νά τόν θεωρῆς χῶμα καί στάχτη καί σκουπίδι καί σκυλί καί νά θρηνῆς ἀδιάκοπα, γιατί ἀξιώνεσαι νά καλῆσαι σέ θεία κοινωνία καί συγγένεια, μέ τό νά διεξάγης μέ τά χέρια σου τήν φρικτή ἱεροτελεστία τῶν ἁγίων μυστηρίων ἀπό ἀπόρρητη φιλανθρωπία Τοῦ Θεοῦ». Ζωντας ἔτσι τά πράγματα τοῦ ἐαυτοῦ τοῦ ὁ ἱερεύς, ὁδηγεῖται στήν μετάνοια, καί τήν κατάνυξι.

Ὁ μεγαλύτερος καί ὑπουλότερος ἐχθρός της εὐλάβειας εἶναι ἡ συνήθεια καί ἡ ἐξοικείωσις μέ τά θεία γί αὐτό χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Ὄχι βεβαίως
ἡ οἰκείωσις, ἀλλά ἡ ἐξοικείωσις. Ἡ οἰκειότης πρός τά ἱερά καί τά θεία εἶναι ἐνέργεια τῆς θείας χάριτος μέσα στήν ψυχή μας. Μᾶς ἕλκει πρός τόν Θεό.
Μᾶς ἀνάβει τόν πόθο νά εἴμεθα πάντοτε κοντά Του καί μαζί Του καί μᾶς ἀνανεώνει τόν ζῆλο νά τόν ὑπηρετοῦμε ἀδιαλείπτως μέ τήν καρδιά μας.

Ρώτησα κάποτε ἕνα εὐλογημένο ἱερέα, πού λειτουργοῦσε κάθε μέρα, ἄν ἔρχεται ὥρα πού βαριέται τήν θεία λειτουργία, καί μοῦ ἀπάντησε: «Ὄχι, ΑΝΤΙΘΕΤΑ μάλιστα, ὅσο λειτουργῶ τόσο ἀνάβει μέσα μου ἡ φλόγα. Ἡ μία λειτουργία μέ προετοιμάζει γιά τήν ἄλλη, καί ἡ ἑπομένη μέ ἑλκύει μέ δύναμι πρός αὐτήν». Καί κατέληξε: «Τό θυσιαστήριο εἶναι τρομερός μαγνήτης». Ἀντιθέτως ἡ ἐξοικείωσις εἶναι κατάστασις νεκροποιός. Ὑποβαθμίζει τόν ζῆλο ψυχραίνει τήν ἀγάπη, νεκρώνει τόν θεῖο φόβο, δημιουργεῖ παρρησία καί τελικά πώρωσι καί ἀναισθησία. Μεταβάλλει τά πάντα σέ ρουτίνα καί σέ μιά μηχανική ἐκτέλεσι, χωρίς τήν συμμετοχή τῆς καρδιᾶς. Ὁ ἱερεύς τότε εἶναι ἱκανός καί
στίς ἱερώτερες στιγμές νά εἶναι ἀπρόσεκτος, νά ὁμιλῆ, νά γελάη, νά ἀστειεύεται ἤ καί νά ὀργίζεται μέ τούς γύρω του. Ὁ νοῦς τρέχει στά βιοτικά, στίς ἐργασίες, στήν οἰκογένεια. Ἡ ὀλέθρια καί ζημιογόνος αὐτή ἐξοικείωσις ὀφείλεται σέ ἕνα αἴσθημα κορεσμοῦ (μπούχτισμα) καί ἀποστροφῆς. Ὁ κορεσμός ὅμως γιά τά θεία εἶναι δαιμονικό αἴσθημα, πού μπορεῖ νά ὁδηγήση τόν ἱερέα στήν ἀθεοφοβία καί τελικά στήν ἀπώλεια.

Καθαρότητα

Τό καθαρό καί ἅγιο θυσιαστήριο τοῦ Κυρίου μας, δέν συμβιβάζεται μέ ἀκάθαρτο ἱερέα. Ἡ καθαρή καί ἄμωμη θυσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, δέν ἐπιτρέπεται νά προσφέρεται ἀπό χέρια ἀκάθαρτα, γλώσσα λερωμένη, σῶμα ρυπαρό, καρδιά γεμάτη πάθη. Στήν εὐχή τοῦ Χερουβικοῦ ὕμνου, σκυφτός ὁ λειτουργός προσεύχεται: «Οὐδείς ἄξιος των συνδεδεμένων ταῖς σαρκικαῖς ἐπιθυμίαις καί ἠδοναῖς προσέρχεσθαι ἤ προσεγγίζειν βασιλεῦ τῆς δόξης. Τό γάρ διακονεῖν σοί μέγα καί φοβερόν καί αὐταῖς ταῖς ἐπουρανίαις δυνάμεσι....» Καί παρακαλεῖ: «Καθάρισόν μου τήν ψυχήν καί τήν καρδίαν ἀπό συνειδήσεως πονηρᾶς....». Ποιά εἶναι ἡ πονηρά συνείδησις; Ἡ ἔνοχη καί ἡ ἀκάθαρτη, κυρίως ὅμως ἡ ἀμετανόητη. Ὁ Ὅσιος Θεόγνωστος καί πάλι μᾶς μιλᾶ: «Ἄν καταξιωθῆς τήν θεία καί σεβάσμια ἱερωσύνη, ἔχεις χρέος πρωτύτερα νά θυσιάσης τόν ἐαυτόν σου μέ τήν νέκρωσι τῶν παθῶν καί τῶν ἡδονῶν καί ἔτσι νά τολμᾶς νά πλησιάζης τήν ζωοποιό καί φρικτή θυσία, ἄν δέν θέλης σάν εὔφλεκτο ὑλικό νά κατακαῆς ἀπό τήν θεϊκή φωτιά. Γιατί ἄν τό Σεραφείμ δέν τόλμησε νά πιάση τόν θεϊκό ἄνθρακα, χωρίς λαβίδα (ὅραμα Προφήτου Ἠσαΐου), πῶς θά τόν ἀγγίσης σύ χωρίς νά ἔχης ἀπάθεια;». Καί ἀναφέρει γιά κάποιον ἱερομόναχο, πού ἐνῶ τόν θεωροῦσαν εὐλαβῆ, αὐτός ὅμως μολυνόταν ἀπό λογισμούς αἰσχρούς καί κάποτε, πού ἐπιτελοῦσε τήν θεία λειτουργία, ὅταν ἔφθασε ἡ ὥρα τοῦ Χερουβικοῦ ὕμνου καί ἔσκυψε νά διαβάση τήν εὐχή, πέθανε ξαφνικά καί ἡ ψυχή τοῦ τόν ἄφησε σ' αὐτήν τήν στάσι.

Βέβαια δέν ζητεῖται ἀπό τόν ἱερέα ἡ ἀναμαρτησία, διότι εἶναι ἄνθρωπος «σάρκα φορῶν» καί ὄχι ἄγγελος. Ζητεῖται ὅμως ἡ μετάνοια, ἡ κάθαρσις τῆς ψυχῆς, καί ἡ ἐξομολόγησις. Ἀπαιτεῖται αὐτοκατάκρισις, αὐτομεμψία, συναίσθησις τῆς ἁμαρτωλότητος, ἀγώνας κατά τῶν παθῶν καί καλλιέργεια πνευματικῆς ζωῆς.

Ὁ λειτουργός λοιπόν πρό τῆς Θείας Λειτουργίας, καλεῖται νά λύσῃ κάθε σύνδεσμο ἁμαρτίας, κακίας, φθόνου, πλεονεξίας καί κοσμικοῦ φρονήματος εἰρηνεύοντας μέ ὅλους μέσω τῆς εὐαγγελικῆς ἀγάπης πού διακηρυτει κατά τήν Θεία λειτουργία  «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους ἴνα ἐν ὁμόνοια oμολογήσωμεν». Ἀκόμη o εὐλαβής κληρικός, προκειμένου νά λειτουργήση, ἐπιμελεῖται καί τῆς σωματικῆς του καθαριότητος. Δέν πλησιάζει ἀτημέλητος καί ἀπεριποίητος, μέ τά ροῦχα τῆς ἐργασίας, μέ παπούτσια λασπωμένα, σάν νά ἀσχολῆται μέ κάτι
τό κοινό. Ἀλλά προσέχει τά ράσα καί πολύ περισσότερό τα ἄμφια του.

Εὐσχημόνως καί κατά τάξιν

Μία ἀκόμη προϋπόθεσις, γιά τήν θεάρεστη ἐπιτέλεσι τῶν λειτουργικῶν μας καθηκόντων, εἶναι ἡ τήρησις τοῦ ἀποστολικοῦ παραγγέλματος: «πάντα εὐσχημόνως καί κατά τάξιν γινέσθω» (Ἅ' Κορ. 14, 40). Τό «εὐσχημόνως» νομίζω ὅτι ἀναφέρεται στήν συμπεριφορά καί ἐμφάνισι τοῦ λειτουργοῦ, ἀλλά καί τῶν πιστῶν, τό δέ «κατά τάξιν» στήν εὐπρεπῆ καί ἄψογη εἰκόνα τοῦ θυσιαστηρίου καί γενικά του Ναοῦ καί τῶν τελουμένων ἐν αὐτῷ.

Ἐλᾶτε τώρα σᾶς παρακαλῶ νά μποῦμε σέ ἕναν ναό ἐν ὥρα λειτουργίας ὅπου ἱερουργεῖ ἕνας ἱερεύς, ὅπως τόν περιγράψαμε μέχρι τώρα, πιστός καί εὐλαβής. Κατ' ἀρχήν τί σᾶς κάνει ἐντύπωσι; Ὅτι ὁ ναός εἶναι σχεδόν γεμάτος, ἀπό πολύ νωρίς; Ἔτσι τούς ἔχει συνηθίσει ὁ καλός τους ποιμένας. Ὅλοι παρακολουθοῦν μέ εὐλάβεια καί προσοχή. Μιά θεία ἡσυχία ἁπλώνεται παντοῦ. Ὁ Ναός εἶναι καθαρός καί περιποιημένος. Τίποτε δέν προδίδει ἀδιαφορία καί ἀμέλεια. Ὅλα στή θέσι τους, ὅλα μαρτυροῦν ἀρχοντιά. Ἀλλά ἅς προχωρήσουμε πρός τό ἱερό βῆμα γιά νά δοῦμε τόν λειτουργό ἀπό κοντά, ὡς ἁπλοί ἀθέατοι θεαταί. Δεῖτε τόν ἱερέα: Σοβαρός, ἱεροπρεπής καί εὐσχήμων. Τά βλέμματά του προσεκτικά δέν στρέφονται δεξιά καί ἀριστερά χωρίς λόγο, οὔτε πρός τό ἐκκλησίασμα, γιά νά παρατηρῆ τόν καθένα. Εἶναι προσηλωμένος στόν ἐσταυρωμένο, στούς Ἁγίους καί στήν Πλατυτέρα τῶν οὐρανῶν. Δέν περιφέρεται συνεχῶς μέσα στό ἱερό μέ νευρικότητα. Στέκεται τήν περισσότερη ὥρα μπροστά στήν ἁγία Τράπεζα. Δέν τήν ἐγκαταλείπει γιά κανένα λόγο. Οἱ κινήσεις του δέν εἶναι ἀπότομες καί βιαστικές ἄλλα ἀργές, ἐπίσημες καί λειτουργικές. Ἔτσι ἀπό τήν πρώτη κιόλας στιγμή ἔχουμε τήν αἴσθησι ὅτι αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν κάνει μιά κοινή ἐργασία, ἀλλά τελεσιουργεῖ μιά μυσταγωγία! Εὐτυχῶς πού ἐπήγαμε νωρίς. Ἔχουμε ἔτσι τήν εὐκαιρία νά τόν δοῦμε πῶς παίρνει καιρό. Ἥσυχα, εὐλαβικά παίρνει καιρό, λέγοντας ὅλα τα λόγια τῆς ἀκολουθίας. Χωρίς καιρό δέν θά λειτουργήση ποτέ του. Ἅς τόν παρακολουθήσουμε περαιτέρω. Μπαίνει στό Ἅγιο Βῆμα. Παίρνει τά ἱερά του ἄμφια, πάντοτε διπλωμένα καί τοποθετημένα στό ντουλάπι καθαρά καί εὐπρεπῆ. Τά φορεῖ, προφέροντας τούς ὡραίους στίχους τῶν ψαλμῶν, τούς ὁποίους δυστυχῶς πολλοί τους παραλείπουν. Ἔτσι, ντυμένος τήν ἱερατική του στολή, αἰσθάνεται ὅτι δέν εἶναι ἕνας κοινός ἄνθρωπος, ἀλλά κάτι ἄλλο ἀσυνήθιστο καί ὑπερκόσμιο, ἀφοῦ κανείς ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους δέν ἐμφανίζεται ἔτσι. Τελειώνοντας προσεκτικά τήν προσκομιδή, προχωρεῖ ἤρεμος πρός τήν θεία ἱερουργία. Ἐμᾶς περισσότερο αὐτό μας ἐνδιαφέρει:
Πῶς λειτουργεῖ; Ἀπό αὐτό κρίνεται. Γιά δεῖτε ὅμως πρῶτα τήν Ἁγία του Τράπεζα. Ἀστράφτει ἀπό καθαρότητα καί ὡραιότητα. Ἀληθινός θρόνος τοῦ Παμβασιλέως Χριστοῦ. Ὅ,τι καλύτερο, πολυτιμώτερο καί ἀκριβώτερο τό χρησιμοποιεῖ ὁ φιλόθεος ἱερέας μας, γιά νά ἐνδύση βασιλοπρεπῶς τόν Κύριόν Του. Τό ἴδιο παρατηροῦμε καί σέ ὅλο το Ἅγιο Βῆμα. Λάμπει ἀπό τή μιά ἄκρη ὡς τήν ἄλλη. Ὑποβάλλεσαι ὅταν μπαίνεις μέσα. Κάποιος ἔλεγε: «τό ἱερό εἶναι ἡ βιτρίνα τοῦ ἱερέως».

Οἱ ἐκφωνήσεις τοῦ εἶναι σεμνές καί γλυκές, ὄχι ἄγαρμπες. Ἐντύπωσι μᾶς κάνει ὅτι τελεῖ ὅλες τίς ἀκολουθίες κατά τό τυπικό καί τήν τάξι τῆς Ἐκκλησίας. Δέν παραλείπει τίποτε. Οὔτε προσθέτει, οὔτε ἀφαιρεῖ. Δέν καινοτομεῖ καί δέν αὐθαιρετεῖ, κατά τό δοκοῦν.

Δεῖτε καί τά παιδιά τοῦ ἱεροῦ πῶς στέκονται. Ἔχει ἐμπνεύσει σέ ὅλα τόν σεβασμό καί τήν εὐλάβεια. Στέκονται σάν ἄλλα ἑξαπτέρυγα δεξιά καί ἀριστερά του θυσιαστηρίου παρακολουθώντας καί αὐτά μέ προσοχή τά τελούμενα. Ἀπό αὐτόν τόν εὐλαβέστατο ἱερέα, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά εἶναι καί ἀγράμματος, πολλά παιδιά ἀγάπησαν τόν Θεό καί ἔγιναν καί ἱερεῖς.

Μέσα σ' αὐτόν τόν ναό πού μπήκαμε, ὅλα τελοῦνται ἀποστολικῶς, δηλαδή «εὐσχημόνως καί κατά τάξιν». Οἱ ψάλται σεμνοί καί εὐλαβεῖς. Οἱ ἐπίτροποι προσεκτικοί καί ἐξυπηρετικοί. Ὁ νεωκόρος μέ φόβο Θεοῦ. Καί ὅλα αὐτά ὀφείλονται στήν εὐσέβεια καί τήν ἄοκνη προσπάθεια τοῦ καλοῦ μας λειτουργοῦ.

Δεῖτε, σᾶς παρακαλῶ, τόν ὑποδειγματικό αὐτόν ἱερέα μετά τήν θεία λειτουργία. Εἶναι ἀλλοιωμένος. Ἡ ἐπαφή του μέ τό θυσιαστήριο τόν ἔχει μεταμορφώσει. Τό πρόσωπό του λάμπει. Εἶναι γεμάτος χάρι, εἰρήνη καί χαρά. Ἡ λειτουργία ὅμως γι' αὐτόν δέν σταματᾶ στόν ναό. Θά συνεχισθῆ στήν καθημερινή του ζωή. Ἡ καρδιά του θά εἶναι πλέον τό θυσιαστήριο. Ὅπου κι ἄν σταθῆ, ὅ,τι κι ἄν κάνη, ὅ,τι κι ἄν πῆ ὅλα θά ἀποπνέουν Χριστό. Ἕνας τέτοιος λειτουργός εἶναι «εὐωδία Χριστοῦ». Γιά ἕναν τέτοιο λειτουργό, ἔγραφε κάποιος: «Σέ σέβομαι, σέ εὐλαβοῦμαι ὤ ἱερέα τοῦ Θεοῦ! Εἶσαι ὅ,τι πιό ὑπέροχο ὑπάρχει στή γῆ. Εἶσαι μιά εὐλογία ὅταν μᾶς πλησιάζης. Μιά συμφορά ὅταν φεύγης! Μεῖνε μαζί μας!».

*(1) Ἡ ὁμιλία αὐτή ἐκφωνήθηκε τήν Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2019 κατά τήν 3η Ἱερατική Σύναξη τῆς Ἱερᾶς Μητρόπολης Σταγῶν καί Μετεώρων κατόπιν εὐλογίας τοῦ Σεβασμιωτάτου
κ.κ. Θεοκλήτου εἰς τόν Ἱερό Ναό τῶν Ὁσίων Μετεωριτῶν Πατέρων.

footer


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ